Σάββατο, 23 Αυγούστου 2008

Η ΣΟΦΙΑ

ΚΑΒΑΛΑ 1975

Αύγουστος, μεσημέρι κι ένα οκτάχρονο αγοροκόριτσο τριγυρίζει, στη γειτονιά. Όλα τα παιδιά έχουν κρυφτεί στη σπιτική τους θαλπωρή, είναι μεσημέρι και ξεκουράζονται μαζί με τους γονείς τους…Εγώ κρατώ μια βέργα (βίτσα) και ζωγραφίζω τους χωμάτινους δρόμους της γειτονιάς, που όταν έβρεχε λασπώνανε…
Κάθομαι στο πεζοδρόμιο, απέναντι από το σπίτι της Σόφης και ζωγραφίζω τάχα ανέμελα και αδιάφορα. Ησυχία, μόνο τα τζιτζίκια ακούγονταν και μακριά μακριά η κατηφόρα γυάλιζε απ’ την πολλή ζέστη. Στην πλάτη μου έχω τα κάγκελα ενός τρελοκομείου, ένας τρελός με παρακολουθεί και φτύνει συχνά πυκνά τα χέρια του…«Είναι μεσημέρι… δεν πρόκειται να κατέβει να παίξουμε», σκέφτηκα.
Τα χέρια μου ζωγραφίζουν μηχανικά μια καρδιά και ένα βέλος, πάνω απ το βέλος έγραψα Λούση και κάτω απ το βέλος Σόφη. Μαζί με τη Σόφη το κάναμε συνέχεια αυτό, ζωγραφίζαμε καρδιές, με τα αρχικά μας και συμπληρώναμε: Λ+Σ = φίλες για πάντα…
Η Σόφη ήταν ένα ξανθό κοριτσάκι με ίσια μαλλάκια και φραντζούλα στο μέτωπο, όταν έτρεχε η φραντζούλα χώριζε στη μέση και αυτός ήταν ο λόγος που κάθε απόγευμα προσπαθούσα μάταια να ισιώσω κι εγώ τα μαλλιά μου. Το «Φίλες για πάντα» για μένα φάνταζε γλυκιά παρηγοριά. Κάποτε της ζήτησα να φύγουμε απ τα σπίτια μας για μια μέρα κι αυτό θα ήταν για μένα απόδειξη της παντοτινής φιλίας μας. Σκαρφάλωσα πάνω σε ένα δέντρο και την προέτρεψα να ανέβει. Με δυσκολία ανέβηκε της έδωσα το χέρι, ανεβήκαμε ψηλααααααααααα και χωθήκαμε στα πυκνά του φύλλα. Στην αρχή γελάγαμε, πέρασαν 3 ώρες και μεις προσπαθούσαμε να αποδείξουμε την παντοτινή μας φιλία. Η Σόφη έβαλε τα κλάματα και προσπαθούσε να με πείσει ότι θα ναι παντοτινή μου φίλη, αλλά έπρεπε να φύγει, για να μην ανησυχούν οι δικοί της. Εγώ απέμεινα στο δέντρο μόνη για ώρες… δεν της κράτησα κακία, ίσα- ίσα αισθάνθηκα άσχημα για την ψυχολογική πίεση που της ασκούσα.
Ήρθε η μέρα που θα φεύγαμε για πάντα απ την Καβάλα, 13 χρονών πια της εξήγησα ότι τίποτα δεν θα αλλάξει….Κλαίγαμε απαρηγόρητες για το κακό που μας βρήκε. Μετά από 3 χρόνια αποφάσισα να τη βρω και να της κάνω έκπληξη… Πήγα στο γυμνάσιο όπου φοιτούσε, εξήγησα στον διευθυντή ότι ψάχνω την καλύτερή μου φίλη και εκείνος με οδήγησε στην τάξη της, την ώρα του μαθήματος. Μια όμορφη δεσποινίδα σηκώθηκε, όλο ενθουσιασμό απ το θρανίο της με αγκάλιασε σφικτά και η καρδιά της κόντευε να σπάσει το δικό μου στέρνο.
Πέρασαν τα χρόνια και η Σόφη σπούδαζε χημικός στη Θεσσαλονίκη που και που συναντιόμασταν και τα λέγαμε, ποτέ όμως δεν αισθάνθηκα ότι κάτι άλλαξε μεταξύ μας. Κάποτε την προέτρεψα να ρθει στην Αθήνα να γνωρίσει την κόρη μου που ήταν ενός ετους τότε. Πράγματι συναντηθήκαμε στον ηλεκτρικό, γυναίκα πια, η Σόφη 27 χρονών, όμορφη, με κοίταζε με θαυμασμό όπως πάντα.
Αγκάλιασε την κορούλα μου με αγάπη και ένιωσα να πλημμυρίζω συναισθήματα εκείνη την στιγμή. Τα λέγαμε όλο το βράδυ, θυμόμασταν όλα εκείνα που περάσαμε μαζί και στείλαμε νωρίς – νωρίς τον άντρα μου για ύπνο. Κοιταχτήκαμε και είπαμε «φίλες για πάντα» και έτσι χωρίσαμε… Λίγους μήνες μετά την αναζήτησα για να την ευχαριστήσω για το δώρο που μου άφησε διακριτικά στο χωλ του σπιτιού. Από την ένταση δεν το πρόσεξα και ύστερα από καιρό δια της ατόπου κατάλαβα ότι το δώρο είναι της φιλεναδίτσας μου. Δεν ήξερα τηλέφωνο πήρα τις πληροφορίες, στην τηλεφωνική γραμμή ακούστηκε μια γυναικεία φωνή, ζήτησα τη Σόφη…
Τώρα μεγάλη πια κάθομαι στο ίδιο πεζοδρόμιο και κοιτώ το σπίτι σου με την ίδια αγωνία. Ο δρόμος δεν είναι πια χωμάτινος και τα παιδιά κουκουλώνονται στα σπίτια τους. Θαρρείς και θα ξεπροβάλλεις απ τις σκάλες τους σπιτιού σου, με το κοντό σου σορτσάκι και το όμορφο χαμόγελο. Περίμενέ με, χρειάζομαι κάποιος να με περιμένει «φίλες για πάντα» θυμάσαι Σόφη; Όπως και τότε έτσι και τώρα ΦΟΒΑΜΑΙ….


ΥΓ. Στην μνήμα της φίλης μου Σόφης Σιδερίδου που άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 27 χρονών, όταν το αυτοκίνητό της γκρεμίστηκε στα βράχια ενός νησιού….